Νευροψυχολογία και Θέατρο

Νευροψυχολογία και Θέατρο

Στην πιο γενικευμένη έννοια της, η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της παράστασης αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται στη διάρκεια μίας παράστασης. Οι συμμετέχοντες πρέπει να είναι σε θέση να εκτελέσουν το ρόλο τους με όσο το δυνατόν λιγότερα λάθη, σε συγκεκριμένο χρονικό όριο, να διατηρούν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους τα ερεθίσματα που προσφέρουν στο κοινό ενώ διατηρούν τη συγκέντρωση τους για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να ανταπεξέλθουν σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, ενώ την ίδια στιγμή όλα αυτά αποδίδονται με καλλιτεχνική αισθητική και έκφραση (Hays & Brown, 2004).

Για την άψογη καλλιτεχνική εκτέλεση, απαιτείται ο άρτιος συγχρονισμός πολύπλοκων κινήσεων με πλήρη εστίαση και διατήρηση της προσοχής για τη διεκπεραίωση μιας συγκεκριμένης ενέργειας (Cotterill, 2015). Η πλήρης απόδοση της καλλιτεχνικής άποψης δεν διαρκεί μόνο για το χρονικό διάστημα της παράστασης, καθώς η προετοιμασία πριν και η ενδοσκόπηση - ανατροφοδότηση μετά την εκτέλεση της παράστασης αποτελούν εξίσου σημαντικοί παράγοντες για το ολοκληρωτικό έργο. Κατά συνέπεια, υπάρχουν αρκετοί πρωταρχικοί στόχοι που πρέπει να κατακτηθούν σε πρώτο στάδιο για την έκβαση του εφαρμοσμένου θεάτρου, όπως η απομνημόνευση, ανταγωνιστικότητα, το συναίσθημα και το άγχος πριν την παράσταση.

Κυρίως όμως, αποτελεί ένα υγιές μέσο έκφρασης που προσομοιώνει το παιχνίδι. Το 1938, ο Ολλανδός ιστορικός Johan Huizinga μίλησε για τον Homo Ludens, τον «Παίζοντα Άνθρωπο», στο ομώνυμο βιβλίο του και πώς το παιχνίδι είναι σημαντικό κομμάτι του πολιτισμού. Η έννοια του παιχνιδιού βασίζεται στο ότι δεν αποτελεί κομμάτι της «αληθινής ζωής» και είναι ελεύθερο, γνήσιο και αυθόρμητο, γι’ αυτό και το θέατρο είναι μιας μορφής παιχνιδιού για τον ενηλικιωμένο άνθρωπο.

Το εφαρμοσμένο θέατρο στο θεραπευτικό πλαίσιο χρησιμοποιεί τεχνικές και ασκήσεις έτσι ώστε κάποιο ψυχοτραυματικό γεγονός να εκφραστεί δημιουργικά σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Συχνά, συνδυάζεται με αφήγηση ποιημάτων, μουσική και κινησιολογία. Με αυτό τον τρόπο έκφρασης, ενισχύεται η αυτοεκτίμηση, η αντίληψη κοινωνικών δεξιοτήτων, η αντίληψη του σώματος και της φωνής καθώς και η φαντασία.

Η ηθοποιία θα μπορούσε να εξισωθεί και με την προσποίηση, καθώς ο συμμετέχων αναπαριστά ένα άτομο ή κάποιο γεγονός που δεν σχετίζεται μαζί του. Η συγκεκριμένη ενέργεια θεωρείται αντίστοιχη της διαδικασίας ανάπτυξης κοινωνικών και γνωστικών ικανοτήτων στα παιδιά όταν εξερευνούν και ανακαλύπτουν τον κόσμο εκλογικεύοντας τα βιώματα τους μέσω του συμβολικού παιχνιδιού (Harris, 2000, Semeijn, 2019). Πέραν της αναγνώρισης ότι το εφαρμοσμένο θέατρο στους ενήλικες και το συμβολικό παιχνίδι στα παιδιά ενισχύουν την κοινωνικότητα, την επαφή με τα συναισθήματα και τις συνολικές γνωστικές ικανότητες, ιδιαίτερης σημασίας είναι και η εξέταση του ρόλου της Θεωρίας του Νου (Theory of Mind), την κοινωνική-γνωστική δεξιότητα που σχετίζεται με την ικανότητα μας να αντιλαμβανόμαστε τόσο τις δικές μας ψυχικές καταστάσεις, όσο και των άλλων. Πρόκειται για την ικανότητα να κατανοούμε ψυχικές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των συναισθημάτων, των επιθυμιών, των πεποιθήσεων και της γνώσης (Robin & Howe, 1986). Η Θεωρία του Νου δεν περιλαμβάνει μόνο την κατανόηση της σκέψης, αλλά και την ικανότητα κατανόησης πως οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις των άλλων ανθρώπων μπορεί να διαφέρουν από τις δικές μας και την αξιολόγηση των παραγόντων που τους έχουν οδηγήσει σε αυτές τις ψυχικές καταστάσεις(Jenkins & Astington (2000). Η δημιουργία μιας ισχυρής Θεωρίας του Νου παίζει σημαντικό ρόλο στους κοινωνικούς μας κόσμους καθώς προσπαθούμε να κατανοήσουμε το πώς σκέφτονται οι άνθρωποι, να προβλέψουμε τη συμπεριφορά τους, να συμμετάσχουμε σε κοινωνικές σχέσεις και να λύσουμε διαπροσωπικές συγκρούσεις (Bergen, 2002). Κατά μία έννοια η Θεωρία του νου είναι αντιληπτικά παράλληλη με τη υποκριτική έκφραση ενός ρόλου, καθώς απαιτείται η αποκρυπτογράφηση των προθέσεων των άλλων αλλά και η άρτια παρουσίαση των προθέσεων στο κοινό.

Συμπληρωματικά, η υποκριτική δεν εξετάζεται μόνο από την άποψη της θεατρικής απόδοσης, αλλά και των ρόλων που συχνά καλούμαστε να παίξουμε στην καθημερινότητα μας (Goffman, 1959). Η δραματουργική ανάλυση των κοινωνικών δεξιοτήτων και των καθημερινών μας συναναστροφών έχει μελετηθεί από κοινωνικούς ψυχολόγους και κοινωνιολόγους κυρίως τα τελευταία 60 χρόνια, μέσα από την διερεύνηση της «κοινωνικής κατασκευής του εαυτού» : τη γνωστική και συναισθηματική αναπαράσταση της ταυτότητας που θέλει να προβάλλει ένα άτομο σε διαφορετικές καταστάσεις και συνθήκες (Goffman, 1963, Schulman, 2017). Το ίδιο άτομο μπορεί να παίρνει διαφορετικούς ρόλους, όπως Διευθύντρια σε υφιστάμενο, κόρη στους γονείς, μητέρα στο παιδί, σύντροφος στη σχέση, πελάτισσα σε κάποιον πωλητή. Ο κάθε ρόλος παραμένει κομμάτι του ίδιου ατόμου ακόμα και εάν η συμπεριφορά του εκάστοτε ρόλου στην κάθε συνθήκη διαφέρει και αντιληπτικά ανήκει στο «πραγματικό πρώτο πρόσωπο» (Brown et al, 2019).

Η υποκριτική στο θέατρο, εμπεριέχει μια πιο περίπλοκη διαδικασία από να χρησιμοποιούμε μία από τις κοινωνικές μας ταυτότητες στην καθημερινότητα, καθώς οι ηθοποιοί καλούνται να μετατραπούν σε κάποιο άλλο «πρώτο πρόσωπο» και όχι σε κάποια πραγματική κοινωνική τους έκδοση (Benedetti, 2009, Kemp, 2012). Παράλληλα, καλούνται να κάνουν τη μετάβαση από τον εαυτό τους σε ένα «φανταστικό πρώτο πρόσωπο», όπου θα μεταφέρουν τις χειρονομίες, τα συναισθήματα και τις ενέργειες ενός χαρακτήρα διαφορετικό από τον εαυτό τους, χρησιμοποιώντας μεν το «εγώ» αλλά αναφερόμενοι στο χαρακτήρα που υποδύονται (Stanislavski 1936, 1949).

Η ερευνητική ομάδα Νευροεπιστημόνων Brown, Cockett & Yuan μελέτησαν την πιθανότητα εντοπισμού άμεσης διαφοράς στη λειτουργικότητα του εγκεφάλου όταν ο ηθοποιός μεταφέρεται στο «φανταστικό πρώτο πρόσωπο» χρησιμοποιώντας νευροαποικονιστικές μεθόδους (Brown et al, 2019). Οι συμμετέχοντες της έρευνας ήταν 15 ηθοποιοί (11 γυναίκες) με μέσο όρο ηλικίας τα 22 έτη, 14/15 ηθοποιοί ήταν δεξιόχειρες, τριτοετείς και τεταρτοετείς φοιτητές θεατρικών σπουδών του πανεπιστημίου McMaster, στην ηλικιακή ομάδα 18- 25 ετών. Οι συμμετέχοντες χρησιμοποιούσαν την ψυχολογική τεχνική του Stansislavski (που βασίζεται στην ψυχολογική ετοιμασία του ηθοποιού να μεταφέρει το συναίσθημα στη σκηνή όντας ο χαρακτήρας που υποδύεται), καθώς η χρήση λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας δεν επιτρέπει την ελεύθερη κινητικότητα και έκφραση προσώπου. Δημιουργήθηκαν τρεις ομάδες: (i)- μία ομάδα πραγματικού πρώτου προσώπου (1P) όπου οι συμμετέχοντες απαντούσαν σε συγκεκριμένες ερωτήσεις ως ο πραγματικός εαυτός τους, τη δεύτερη ομάδα (ii)- όπου οι συμμετέχοντες απαντούσαν με βάση το τι πίστευαν ότι θα έκανε ο χαρακτήρας τους (Θεωρία του Νου- τρίτο πρόσωπο), μία τρίτη ομάδα (iii)- στην οποία οι συμμετέχοντες αποκρινόταν ως ο πραγματικός του εαυτός αλλά με βρετανική προφορά και η τέταρτη ομάδα (iv)- φανταστικού προσώπου (F1P) όπου οι συμμετέχοντες απαντούσαν στις ίδιες υποθετικές ερωτήσεις ως ο χαρακτήρας που έπρεπε να υποδυθούν (για τις γυναίκες ηθοποιούς ως Ιουλιέτα και για τους άντρες συμμετέχοντες ως Ρωμαίος από το ομώνυμο θεατρικό έργο του William Shakespeare, Romeo & Juliet).

Τα αποτελέσματα της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας έδειξαν πως στη συνθήκη (iii) και (iv), οι περιοχές του εγκεφάλου που συσχετίζονται με την αντίληψη και επεξεργασία του εαυτού μορφολογικά, αισθητηριακά και ομοιοστατικά είχαν χαμηλότερη ενεργοποίηση (Christoff et al, 2011, Brown et al, 2019). Κατά τη διάρκεια της υποκριτικής διαδικασίας των συμμετεχόντων μέσα στη λειτουργική μαγνητική τομογραφία, παρουσιάστηκε μείωση της λειτουργικότητας του μέσω ραχιαίου προμετωπιαίου φλοιού (Dorsomedial prefrontal cortex), ένα νευρωνικό κύκλωμα που παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην αναφορά στον "εαυτό" και του έσω κοιλιακού προμετωπιαίου φλοιού (Ventromedial Prefrontal Cortex), που παίζει σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση των συναισθημάτων όπως εκδηλώνονται στο σώμα. Επί της ουσίας, οι ερευνητική ομάδα συμπέρανε στη συγκεκριμένη εργασία πως κατά τη διάρκεια της υποκριτικής απόδοσης, τα νευρωνικά συστήματα του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αντίληψη του εαυτού είχαν χαμηλή λειτουργικότητα.

Σε γενικότερα πλαίσια, το θέατρο έχει μόνο ευεργετικά οφέλη. Ξυπνάει το παιδί μέσα μας και τη φαντασία, την εκφραστικότητα, ενισχύει την αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, την ενσυναίσθηση και τη διασκέδαση καθώς και τις επικοινωνιακές, κοινωνικές μας δεξιότητες. Είναι ένα ασφαλές και υγιές περιβάλλον εκτόνωσης της συναισθηματικής έντασης αλλά και ένα είδος σωματικής άσκησης που βοηθάει στον οπτικοκινητικό συντονισμό, στη μυϊκή ελαστικότητα και ισορροπία.


Εκτύπωση   Email